Δεξια, κατω απο τα χειλη



Είχε μόλις γυρίσει. Έβαλε τα πόδια του ψηλά, πάνω στην πολυθρόνα με το χοντρό ύφασμα, για να τα ξεκουράσει και έκλεισε τα μάτια. Ξεφύσηξε βγάζοντας ήχο παλιάς ατμομηχανής που μόλις είχε σταθμεύσει, βογκώντας από κόπο και γεμίζοντας τον αέρα με καπνό από τα σιδερένια σωθικά του. 

Μια στάση προσωρινή στο κέντρο της ταξιδιωτικής του αναδιοργάνωσης για ταξινόμηση των εικόνων που είχε μαζέψει πίσω από τα δυό του μάτια αλλά και για το σχεδιασμό ενός νέου πλάνου. Μια, δυο, τρεις...Περνούσαν σαν διαφάνειες οι εικόνες μπροστά από τα κλειστά του μάτια, σαν προβολή φωτογραφιών που απαθανάτισε ο φακός του μυαλού του.

Μέσα σε όλα τα τοπία, τα κτίρια, τους δρόμους, κάθε σπιθαμή που περπάτησε μέρα και νύχτα, ένα άγνωστο πρόσωπο σε πρώτο πλάνο ή κρυμμένο στο βάθος της εικόνας ανάμεσα στο εκάστοτε χρώμα του ουρανού και το υλικό του εδάφους...Βαθύ μπλε επάνω-κόκκινο χώμα κάτω...Σκούρο γκρι ουρανού-σκληρό γκρι ασφάλτου...Γαλάζιος ορίζοντας-πράσινη χλόη...Και ανάμεσα στα χρώματα, ανθρώπινα πορτρέτα. Μεγάλα μέτωπα, σουβλερές μύτες, σχισμές από στόματα, επιβλητικά βλέμματα.

Ξάφνου μια μορφή ξεχώρισε και έκανε τα μάτια του να πεταρίσουν, όπως πεταρίζουν στο REM του ύπνου. Ο γέρος εκείνος με τις αμέτρητες ρυτίδες χαραγμένες στο πρόσωπο του, που του θύμισαν γραμμές κυμάτων και με εκείνα τα μάτια, θαρρείς φτιαγμένα από κεχριμπάρι αναμμένα σαν φανοί ταλαιπωρημένου καραβιού που πλέει ακόμα στα ανοιχτά με το σκουριασμένο σκαρί του. 

Εναλλάχτηκαν οι εικόνες. Χαμογελαστά παιδιά, βιαστικοί περαστικοί, θλιμμένες ζωές και στιγμές περαστικής ευτυχίας μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτων. Και άλλη μια παύση στη ροή. Μια γυναίκα γύρω στα σαράντα με μεστό κορμί και μαλλιά πυρόξανθα λιτά στους ώμους, να διαλέγει φρούτα στο μανάβικο της γειτονιάς σχεδόν με ευλάβεια. Ο τρόπος που τα άγγιζε θαρρείς και σκορπούσε ηδονή. Τα χνούδια τους αναρριγούσαν κάτω από τα δάχτυλα της σαν νεανικά κορμιά που πρωτοανακάλυπταν τη σαρκική απόλαυση και γεύονταν μια πρώτη γουλιά από το ελιξίριο της ζωής. 

Όσα ταξίδια, άλλα τόσα πρόσωπα, άγνωστα, σαν το πρόσωπο που αντίκριζε στον καθρέφτη του σπιτιού του σε κάθε επιστροφή. Τόσο καιρό έψαχνε να βρει πάνω στις γωνίες του, σε κάθε πτυχή του, κάτι από όλους αυτούς που συναντούσε τυχαία, για να μπορέσει να ολοκληρώσει την τελική του εικόνα. Πάνε χρόνια που συλλέγει χαρακτηριστικά και είναι κοντά πλέον στο να καταλήξει. Ένα πολυχρωματικό μοτίβο, ένα μωσαϊκό από δέρμα και σχήματα έπαιρνε πια μορφή. 

Άνοιξε τα μάτια του, κατέβασε βιαστικά τα πόδια του από την πολυθρόνα με το χοντρό ύφασμα, που τα είχε ανάψει η ζέστη του καλοκαιριού, σηκώθηκε από τον καναπέ και κατευθύνθηκε προς τον καθρέφτη του μπάνιου. Ναι, είχε σχεδόν τελειώσει...Ένα ακόμα κομμάτι του έμενε να προσθέσει, εκεί δεξιά, κάτω από τα χείλη του και θα γινόντουσαν τα αποκαλυπτήρια του. 

Έμελλε στα εξήντα του χρόνια να ανακαλύψει ποιος ήταν τελικά, έστω και καθυστερημένα. Χαμογέλασε στον εαυτό του κρύβοντας με το δεξί του χέρι το δεξί σημείο κάτω από τα χείλη του που δεν αναγνώριζε και άρχισε αμέσως να σκέφτεται τον επόμενο προορισμό. 

Το βράδυ, όταν ξάπλωσε στο κρεβάτι, ήταν σίγουρος για την απόφαση του. Σμύρνη. Το λιμάνι από όπου ξεκίνησε η ιστορία της οικογένειας του θα έκρυβε το τελευταίο του στοιχείο. Είχε φτάσει τόσο μακριά και όμως το τέλος βρισκόταν λίγο ανατολικότερα από εκεί όπου έζησε σχεδόν όλη του τη ζωή. Ξαναέκλεισε τα μάτια και φαντάστηκε μια πρώτη εικόνα του ταξιδιού. Ήξερε πως αυτό το ταξίδι δεν θα είχε επιστροφή, μα τώρα μπορούσε ήσυχος να μην ξαναγυρίσει. Είχε την απάντηση στο ερώτημα που τον ακολουθούσε από τότε που μπορούσε να θυμηθεί τον εαυτό του.

-Ποιος είσαι; άκουσε μια βροντερή και επιτακτική φωνή στα αυτιά του, που έκοψε τη σιγή της νύχτας στα δύο.
-Είμαι μονάχα ένας από εσάς! φώναξε αμέσως, πιο σίγουρος για τον εαυτό του όσο ποτέ άλλοτε, τραντάζοντας για μια ακόμη φορά τη σιωπή που τόσα χρόνια τον έπνιγε. 

Και ήταν τόσο μεγάλη η χαρά του, που ένιωσε την καρδιά του να σταματά, εκείνο το τελευταίο βράδυ...Και έμεινε εκεί, ξαπλωμένος ανάσκελα στο κρεβάτι με το δεξί του χέρι ακουμπισμένο σε εκείνο το δεξί σημείο του προσώπου του κάτω από τα χείλη και όχι πάνω στην καρδιά του που τον είχε προδώσει.

Word Chimes

 

Google+ Followers

Top Blogs

Facebook Page

Pinterest

Followers

Follow this blog with bloglovin

Follow Word Chimes