Ο τελευταιος ρομαντικος

Είχε βρεθεί πολλές φορές σε αυτή τη θέση. Να παλεύει η αρσενική του συνείδηση με μια καρδιά ζαχαρωμένη.

Όταν ένιωθε πως έπρεπε να υπερασπιστεί πάση θυσία τη φύση του και τη σωστή του θέση, αυτή που πρέπει να κρατά ένας άνδρας για να μη κυλά ο ανδρισμός του από τα μπατζάκια του-όπως έλεγε ο παππούς του- έκλεινε μάτια και αυτιά σε οτιδήποτε μπορούσε να μελώσει την ψυχή του. Έβλεπε αυτό που έπρεπε να δει και άκουγε το εσωτερικό του να χτυπά σαν τον ήχο που έκανε το κομπολόι του πατέρα του-τακ τακ, τακ τακ-και ένιωθε βαρύς και συμπαγής, αδύνατον να σπάσει.

Όταν πάλι έφτανε στο σημείο να νιώθει ανήμπορος έναντι σ'αυτό το χείμαρρο συναισθημάτων που ξεκινούσε από το στέρνο του και ύστερα διαπερνούσε όλο του το σώμα, έκανε βαθιές σκέψεις για τον άνθρωπο και την ουσία του και πολλές φορές κατέληγε ακόμα και στο παράδειγμα του αβγού, του σωστά βρασμένου με τον μελωμένο κρόκο. 

Είχε βρεθεί πολλές φορές σε αυτή τη θέση, γιατί είχε γεννηθεί μια νύχτα του Αυγούστου που το φεγγάρι είχε κατέβει για σεργιάνι στον κήπο των ανθρώπων, μπολιάζοντας τα νέα φυντάνια με στίχους αιώνιας αγάπης και θυελλωδών ερώτων. 
Αυτό και άλλες πολλές ποιητικές εξηγήσεις έδινε σ'εκείνο το κομμάτι του εαυτού του που λαχταρούσε να νιώσει ελαφρύ μέσα στα μαύρα του παπούτσια με τα καλοδεμένα κορδόνια, αυτά που τον κρατούσαν σφικτά στο πάτωμα, στο επίπεδο το πρώτο, εκεί που εκκολάπτεται η λογική. 

Είχε βρεθεί πολλές φορές σ'αυτή τη θέση γιατί είχε μια καρδιά γένους θηλυκού σ'ένα κόσμο που κατασκεύαζε κοινωνίες μονάχα για άντρες. 
Έτσι δεν ήξερε ποιον να μισήσει και ποιον να ονοματίσει εχθρό. Ήταν η μητέρα, που τον έμαθε να σιγοτραγουδά για να διώχνει τη κακή διάθεση...Ήταν οι φίλοι του που τον ανάγκαζαν από παιδί να χτυπά δυνατά και με κλειστά τα μάτια για να υπερασπιστεί το παιχνίδι...Ήταν ο κόσμος ο ίδιος που είχε ένα αστείρευτο ταλέντο να μοιράζει πάντα στα δυο με απόλυτες γραμμές τα εδάφη του, περιμένοντας όλους να ταχθούν εκεί που ανήκουν για μια υποτιθέμενη ισορροπία....

Και αυτό ήταν το πρόβλημα του. Πατούσε πότε εδώ και πότε εκεί, δίνοντας το βάρος του σε μια μεριά τη φορά και ποτέ στη μέση. Ο ισορροπημένος αυτός κόσμος δημιουργούσε ανισόρροπους ανθρώπους που πάσχιζαν να κρατήσουν την ταυτότητα τους, μόνο που στο τέλος μάθαιναν να μπερδεύουν ακόμα και το όνομα τους. 

Και τώρα που το είχε πάρει πια απόφαση, δίχως να μπορεί να αποτάξει από επάνω του όλα εκείνα που του θύμιζαν πως είναι αρσενικό αλλά και όλα εκείνα που ένιωθε σαν άνθρωπος -πηλός, αυτός που πλάθεται ξανά από την αρχή μέσα σε ζεστά χέρια, ήξερε πως ως το τέλος θα ήταν διχασμένος. Ένας άντρας μισός, που θα βουτά πότε πότε το δάχτυλο στο μέλι για να γεύεται μια ζωή που ίσως να επιθυμούσε. 


Word Chimes

 

Google+ Followers

Top Blogs

Facebook Page

Pinterest

Followers

Follow this blog with bloglovin

Follow Word Chimes