Ο κυριος Θοδωρος

Ο κύριος Θόδωρος ήταν ένας γνήσιος κύριος. Ένας Πειραιώτης με αγγλικό καρό μπερέ και ευγενικούς τρόπους. Ψηλός και λιγνός, σαν την ομπρέλα που συνήθιζε να κρατάει τις βροχερές ημέρες, και λιγομίλητος. Αντί για αυτόν, μπορούσες να ακούς το καναρίνι του να κελαϊδά όλη την ημέρα, εξαργυρώνοντας τη δική του σιωπή με τα τραγούδια του.

Αν και άντρας του λιμανιού, το περπάτημα του δεν ήταν βαρύ, δεν είχε τα υγρά εκείνα πόδια που πατούν άτσαλα δίπλα από τους κάβους και τσαλαβουτούν στις μικρές λίμνες με τ'αλμυρό νερό. Νόμιζες πως θα άκουγες τα βήματα του να αντηχούν στον μικρό διάδρομο της εισόδου αλλά έτσι αθόρυβα όπως έφευγε για το καφενείο κάθε Κυριακή έτσι αθόρυβα γυρνούσε με ένα ελαφρώς ζαλισμένο περπάτημα από το γλυκάνισο.

Δεν θυμάμαι τι δουλειά έκανε. Στα παιδικά μου μάτια έμοιαζε σπουδαίος έτσι όπως έπιανε το μολύβι και έδινε μορφή στις κάτασπρες κόλλες χαρτί. Για εμένα ήταν ένας θαυμάσιος αρχιτέκτονας με τα σπίτια του να έχουν πάντα πάνω από ένα επίπεδο (ακόμα και τρείς ορόφους!).
Για τον αδελφό μου πάλι ήταν ένας τρανός ναυπηγός που κατασκεύαζε το καράβι του μέσα σε λίγες μόνο ώρες! Και έτσι εύκολα όπως δημιουργούσε τα έργα του έτσι απλόχερα μας τα προσέφερε μη ξεχνώντας ποτέ να τα μονογράψει κάτω δεξιά, λες και αυτή να ήταν η μοναδική του σφραγίδα σε τούτο τον κόσμο ως κάποιος που άξιζε να τον μνημονεύεσαι. 

Δεν θυμάμαι πολλά πράγματα για τον κυρ-Θόδωρα-όπως συνήθιζαν να τον λένε οι μεγάλοι. Αν μου ζητούσαν να τον περιγράψω θα το έκανα καλύτερα μέσα από μια φωτογραφία. Μια ξύλινη καρέκλα και ένα μικρό τραπέζι -από αυτά τα παλιά των καφενείων- μέσα σε μισοσκότεινο δωμάτιο γεμάτο καπνό. Το καρό μπερέ πάνω στην καρέκλα και στο τραπέζι ένα κεχριμπαρένιο κομπολόι, μολύβια και χαρτιά και το άσπρο του πακέτο τσιγάρα, κασετίνα "Παπαστράτος". Και παραδίπλα να στέκει ψηλά το σιδερένιο στήριγμα για το κλουβί του καναρινιού του. 
Αχ και να θυμόμουν το όνομα του! Νομίζω είχε κάτι βαρύ και αντρίκιο για να ισορροπεί το τσιριχτό του κελάϊδισμα. 

Και ήρθε μια μέρα που τότε δεν μπορούσα να καταλάβω. Η μέρα που ο κύριος Θόδωρος έφυγε και δεν ξαναγύρισε ποτέ. Που είχε πάει; Γιατί δεν γύριζε πίσω όπως τις Κυριακές; Μπορεί να ζαλιζόταν από το ούζο όμως πάντοτε θυμόταν τον δρόμο για να γυρίσει πίσω στο σπίτι του. Άκουγα και κάτι περίεργα από τη σπιτονοικοκυρά μας την κυρά-Βάσω, την κυρά-Βάσω του κυρ-Θόδωρα, πως το καναρίνι του Θόδωρα δεν είναι καλά και πως έπαψε να κελαηδά πιά και εκείνο. Λίγες μέρες μετά το καναρίνι του κυρ-Θόδωρα άφησε και αυτό το κλουβί του αδειανό. Το είχε σκάσει! Έτσι ήθελα να το φαντάζομαι, σαν μια απόδραση από τον κόσμο που γνώριζα. 

Τώρα πια μια φωτογραφία, το καρό μπερέ και οι ανεξίτηλες αυτές μνήμες είναι ότι μου έχουν απομείνει. Ένας κύριος με γκρίζα μαλλιά και γκρι κοστούμι και ένα κοριτσάκι πέντε χρονών στα πόδια του να παίζει με ένα λευκό κουτί τσιγάρα. Λευκό σαν τις αναμνήσεις μου. 

Αυτός ήταν ο κύριος Θόδωρος των παιδικών μου χρόνων. Ένας λαϊκός άντρας με υψηλή ευγένεια. Ένας απλός άνθρωπος με στόφα καλλιτέχνη. Ένας κύριος με βαρύ αντρικό όνομα και ελαφριά ψυχή...που κατάφερε να χωρέσει μέσα σε ένα κλουβί-περίπτερο στο κέντρο του Πειραιά. Τώρα θυμάμαι...


© Word Chimes




 

Google+ Followers

Top Blogs

Facebook Page

Pinterest

Followers

Follow this blog with bloglovin

Follow Word Chimes