Coffee cup: Αγαπη λερωμενη με καφε...


     Τα μάτια της ήταν θολά. Αυτό σίγουρα το θυμάμαι. Μπορεί σήμερα να έχω ξεχάσει το χρώμα τους αλλά τον τρόπο που με κοίταζαν εκείνο το βράδυ είναι αδύνατον να το ξεχάσω. Ένα μικρό κορίτσι χωμένο σε ένα σκοτεινό μεταμεσονύχτιο café, ένα κρύο Σαββατόβραδο. Και εγώ με όλο το θράσος του εφηβικού μου αντρισμού να στέκομαι απέναντι της, καπνίζοντας το τσιγάρο μου με τρόπο χολιγουντιανού σταρ.
Και έτσι αργά και βασανιστικά τιμωρώ αυτό το πλάσμα για να ικανοποιήσω τον εγωισμό μου, αυτόν τον ίδιο που αργότερα θα μου τσαλαπατήσει μια diva με τις ψηλοτάκουνες γόβες της.
            Η βροχή είχε αρχίσει να δυναμώνει αλλά το κορίτσι μου δεν έχυσε ούτε ένα δάκρυ εκείνο το βράδυ. Τα μάτια της μου έλεγαν όλα όσα εκείνη κρατούσε καλά φυλαγμένα πίσω από τα σφραγισμένα της χείλη  και αν ήθελα να νιώσω πως ένιωθε εκείνες τις στιγμές, αρκούσε να ρίξω μια ματιά έξω από το θολωμένο τζάμι.
Ο δρόμος άδειος και υγρός, ο ουρανός μαύρος και η βροχή να συνεχίζει να πέφτει ακατάπαυστα για να θυμάμαι πάντα πως κάποιον έκανα να κλάψει εκείνο το βράδυ.
            Ο χώρος ήταν μικρός και είχε ήδη γεμίσει με καπνό. Σε κάποιο τραπέζι στη άλλη γωνιά, ένας άντρας απολάμβανε ένα φλιτζάνι ζεστό καφέ μόνος, με το κεφάλι σκυμμένο όλη την ώρα. Μα να, το χέρι του δούλευε σαν τρελό. Ίσως να έγραφε βραδινές ιστορίες μυστηρίου ή ιστορίες σαν την δική μας. Ένας έρωτας που τελειώνει ένα βράδυ σαν και αυτό, βγαλμένο μέσα από τα πρόχειρα χαρτιά ενός συγγραφέα, λερωμένα με σταγόνες από καφέ. Και εγώ πεπεισμένος για το φινάλε, κουνάω τα πόδια μου νευρικά όχι και τόσο σίγουρος πια για την απόφαση μου.
            Μα τα μάτια της για ακόμη μια φορά μου δίνουν την απάντηση. Τέλος.
Τη στιγμή που σηκώθηκε να φύγει, θέλησα να την παρατηρήσω τόσο καλά όσο δεν είχα κάνει όλο το διάστημα που μοιραστήκαμε μαζί.
Το λευκό της μπλουζάκι είχε βραχεί και είχε κολλήσει πάνω της σαν παθιασμένος εραστής.
Τα μαλλιά της ήταν μούσκεμα και αυτά σαν να είχε μόλις σηκωθεί από κρεβάτι γεμάτο ιδρώτα και άρωμα μπλεγμένων κορμιών.
Τα μάτια της ακόμα θολά μα ακόμα χωρίς δάκρυα. Η μάσκαρα είχε τρέξει και το απλό νεανικό μακιγιάζ της είχε μετατραπεί σε κάτι πιο θεατρικό, κατάλληλο για την περίσταση.
Πριν προλάβω να σκεφτώ ότι αυτή ήταν η τελευταία μας συνάντηση, η πόρτα άνοιξε και το κορίτσι μου χάθηκε μες τη βροχή. Τώρα μπορεί να κλάψει άφοβα, σκέφτηκα. Δάκρυα και σταγόνες της βροχής θα γίνουν ένα.
            Κοιτάζω τον άντρα στο απέναντι τραπέζι. Έχει σταματήσει και εκείνος να γράφει και κοίταζε από το τζάμι τα λιγοστά φώτα του δρόμου.
Κοιτάζω το τραπέζι μας και το κόκκινο σημάδι στην κούπα της ήταν η απόδειξη της παρουσίας της. Το κορίτσι με τα θολά μάτια ήταν εδώ και εγώ το έδιωξα πριν καλά καλά το καταλάβω.
Αναρωτιέμαι ποιος από τους δύο μας θα ήταν η τραγική φιγούρα στην ιστορία του συγγραφέα του café. Εγώ ή εκείνη; Ανάβω τσιγάρο μα τώρα καπνίζω σαν εργάτης που σταμάτησε για διάλειμμα και συλλογιέται την άδικη μοιρασιά που έγινε στην τράπουλα με την οποία παίζει την παρτίδα της ζωής του. 

Word Chimes

 

Google+ Followers

Top Blogs

Facebook Page

Pinterest

Followers

Follow this blog with bloglovin

Follow Word Chimes