Μια καλημερα


Πρέπει να είναι η τρίτη φορά που κατεβαίνω αυτό το δρόμο. Μια να φέρω ψωμί στη μητέρα, μια να ταΐσω τα περιστέρια της πλατείας και μια να χαιρετίσω όλους τους γείτονες. Κι ας με κοιτάζουν περίεργα κάθε πρωί, άλλος με κατσουφιασμένα μούτρα και άλλος με χάχανα γιατί του φαίνομαι αστείος. Είναι περίεργο που θέλω να τα έχω καλά με όλους; Η μητέρα λέει πως ο κόσμος είναι κακός και εγώ θέλω να τους καλοπιάσω όλους. Να είμαι ευγενικός για να μην μου κακιώσουν. 

Πιο πολύ έξυπνος θα έλεγα πως είμαι και όχι ο χαζο-Γιώργος, όπως έχω ακούσει να με λένε. Άκου χαζο-Γιώργος! Άμα το πουν αυτό στον φίλο μου τον πατάτα θα τους ορμίσει! Μπορεί να είναι στρογγυλός και παχύς μα έχει κάτι δόντια σουβλερά! Παναγία μου! Ακόμα και εγώ φοβήθηκα την πρώτη φορά που τον είδα και έτρεχα να γλιτώσω. Εκείνος όμως με κοίταξε και ήταν σαν να μου είπε πως είναι φίλος μου. Από τότε τον χαϊδεύω κάθε φορά που τον βλέπω στην πλατεία. Πηγαινοέρχεται και εκείνος σαν και εμένα όλη μέρα και τον κοιτάνε περίεργα...όμως δεν γελάνε μαζί του. 

Χθες που κοιτάχτηκα στον καθρέφτη δεν είδα κάτι αστείο. Αστείο ήταν που η μητέρα ήπιε το γάλα της και της άφησε άσπρο μουστάκι. Τι γέλια έκανα! Εγώ όμως δεν πίνω γάλα. Είμαι μεγάλο παιδί πια λέει η μητέρα. Γι'αυτό με αφήνει και μόνο μου να τριγυρίζω έξω. Μονάχα όταν νυχτώνει θέλει να γυρίζω σπίτι γιατί φοβάται εκείνη το σκοτάδι. 

Δεν είδα τίποτα στον καθρέφτη. Το παντελόνι μου είναι μεγάλο γιατί ήταν του πατέρα αλλά δεν πρόκειται να το βγάλω. Ήταν πολύ χοντρός ο πατέρας μου και έτσι αναγκάστηκα να το σφίξω πάνω μου με σχοινί αλλά δεν πρόκειται να το βγάλω. Ποιος αφήνει την κληρονομιά του; 

Δεν ξέρω γιατί γελάνε μαζί μου. Ίσως γιατί έχω αστείο περπάτημα. Ναι γι'αυτό! Περπατάω γρήγορα να προλάβω να τους δω όλους πριν μεσημεριάσει για να τους καλημερίσω! Δεν θα μπορώ να τους πω καλημέρα αν περάσει η ώρα. Μια φορά δεν πρόλαβα να καλημερίσω τον κύριο Φώτη και δεν ήξερα τι να του πω. -Αφού δεν είναι μέρα πια! του είπα όταν με ρώτησε με το γνωστό του ύφος γιατί δεν του λέω καλημέρα. Και έσκασε στα γέλια σαν να του έλεγα ανέκδοτο. 
Από τότε πηγαίνω ακόμα πιο γρήγορα για να προλαβαίνω να φτάνω και στον κύριο Φώτη που έχει το μαγαζί του στο τέλος της διαδρομής μου. Για αυτό μάλλον γελάνε. Για το γρήγορο αστείο μου βάδισμα. Ας είναι όμως, καλύτερα να γελάνε παρά να μου κακιώσουν! 

Έχω δει πως είναι να σου κακιώνουν. Και είναι τόσο άσχημο! Και όσο περνάει ο καιρός το βλέπω παντού. Στα πρόσωπα των παιδιών, στα λόγια των μεγάλων, στις σιωπές των γειτόνων. Να μη μου κακιώσουν και εμένα θεέ μου! Το τρέμω αυτό! Αυτό που δίνει φτερά στα πόδια κάθε πρωί. 

Από τότε που πέθανε ο πατέρας βγαίνω μόνος. Ήταν και εκείνος ευγενικός σαν και εμένα και πάντα μου το έλεγε όταν με έπαιρνε μαζί του. -Να είσαι ευγενικός Γιωργάκη, να σε αγαπάνε οι άνθρωποι. Και χαιρετούσαμε τον έναν και τον άλλον. Μου λείπει ο πατέρας. Πάντα μου έπαιρνε κουλούρι στη διαδρομή και μου χάιδευε το κεφάλι όταν τάιζα τα περιστέρια. Μα καμιά φορά, είχε μια στεναχώρια στα μάτια του όταν με κοιτούσε και εγώ για να τον κάνω να γελάσει του έκανα γκριμάτσες. 

Πρέπει να είμαι ευγενικός. Θέλω να με αγαπάνε οι άνθρωποι! 

Word Chimes

 

Google+ Followers

Top Blogs

Facebook Page

Pinterest

Followers

Follow this blog with bloglovin

Follow Word Chimes