Χωρις επιστροφη




Όταν δεν μπορούσε να τα μετρήσει πια, όταν οι συστάδες των δέντρων έγιναν αχνές μουτζούρες από χρώμα, ήξερε πως είχαν αναπτύξει ταχύτητα. Προσπαθούσε να κρατήσει τις εικόνες αυτές πίσω από τα υγρά του μάτια και ας έμοιαζαν δημιουργήματα από νερομπογιές.


Ένας χρόνος μακριά -365 μέρες, 8.760 ώρες καταγεγραμμένες όλες στο ημερολόγιο του- και στάθηκε αρκετός για να νιώσει νόστο. Δεν ήταν μονάχα η απουσία των συγγενών και φίλων που δυσκόλευε την προσαρμογή του στο νέο τόπο. Ήταν κάτι ακόμα. 

Ο ουρανός... Εδώ δεν άπλωνε το γαλάζιο του δίχτυ απειλητικά. Δεν ένιωθε τον αέρα σαν ανάσα άγριου ζώου στο σβέρκο του. Και ο ήλιος... Ναι, ο ήλιος αυτός του τόπου όπου γεννήθηκε - που του τύφλωσε τα μάτια κατά την έξοδο του από το αεροδρόμιο- είχε την ικανότητα να τον γεννά ξανά και ξανά μέσα από τη θέρμη του. Το ζεστό του φως πάνω στο δέρμα του, ακόμα και τις χειμωνιάτικες μέρες, τον αναζωογονούσε ακριβώς όπως κάνει ένα μαραμένο άνθος να ισιώνει και να τεντώνει τον ποδίσκο του προς το φως του. Έτσι και αυτός αναζητούσε τις ακτίνες πάνω στο πρόσωπο του, σαν μια φυσική λειτουργία ανθρώπινης φωτοσύνθεσης.  Και ήταν και αυτή η μυρωδιά...Μια μυρωδιά που τον πήγαινε πίσω στα παιδικά του χρόνια. Ένα βουνό από αναμνήσεις και ένα σύννεφο πλεγμένο από οσμές που εισχωρούσε στα ρουθούνια του. 


Το ταξί διέσχιζε τώρα την οδό Πειραιώς. Πριν πάει στο σπίτι είχε ζητήσει μια στάση στη θάλασσα. Ήθελε να βρεθεί στο λιμάνι, να κάτσει σε μια γωνιά και να παρατηρήσει για λίγο τις ζωές που πηγαινοέρχονταν πάνω στον υδάτινο δρόμο. Από μικρός άκουγε πως οι Έλληνες αποτέλεσαν έναν κατεξοχήν ναυτικό λαό. Η σχέση όμως με τη θάλασσα εξακολουθούσε να τους δένει. Δεν είναι μονάχα η αλμύρα, που γλύφει τα τρία άκρα της επικράτειας τους. Είναι που η θαλασσινή αύρα έχει περάσει ως τα μύχια της ψυχής τους. Μια ψυχή από σκληρό βραχώδες περίβλημα για να αντέχει το κάψιμο του ιωδίου. Μια ψυχή βαριά, μα λεύτερη, γεννημένη να ανεμίζει σαν παντιέρα σ'ένα ταξίδι Ομηρικό. Το ταξίδι...Αυτό του θύμιζε πάντα η θάλασσα. Το ταξίδι της επιστροφής, το ταξίδι χωρίς γυρισμό, το ταξίδι....


Πότε δεν του είχε φανεί τόσο ατελείωτη η Πειραιώς. Η αγωνία του τον έκανε να μετρά τα κόκκινα φανάρια που τους ακινητοποιούσαν, κρύβοντας με τρόπο τα χέρια του ανάμεσα στα πόδια του καθώς μετρούσε με τα δάχτυλα. Κι αν τα φανάρια που μεγάλωναν την προσμονή του ήταν περισσότερα από τα  δέκα του δάχτυλα; Τι τρόπο θα έβρισκε να ξεγελάσει το μυαλό του και την ανυπομονησία του; Κατά ένα περίεργο λόγο μέτρησε μόνο εννιά. Η αλήθεια ήταν πως δεν είχε κίνηση λόγω της πολύ πρωινής ώρας. Ίσως να έχασε και κανένα φανάρι λόγω αφηρημάδας. Έτσι η Πειραιώς βάφτηκε κόκκινη εννιά φορές, μέχρι να φτάσει να χαρίσει το καφέ γήινο βλέμμα του στη μπλε "θωριά" της αιώνιας ταξιδεύτρας.  Κι ύστερα συνέχισε το ταξίδι της "επιστροφής" από το σημείο που το είχε αφήσει. 


Τώρα σκεφτόταν την παλιά του γειτονιά. Τις αμέτρητες γλάστρες της κυρίας Βιολέτας που πότε πότε έπεφταν από το μπαλκόνι στο πεζοδρόμιο, θαρρείς και έκαναν απόπειρα αυτοκτονίας να γλιτώσουν από το στριμωξίδι. Όταν έκαναν πάταγο μέσα στην ησυχία, σκεφτόταν πόσο μεγάλη θα ήταν η απελπισία τους, για να ουρλιάζουν "λευτεριά", σκορπίζοντας τα πήλινα κομμάτια τους στα πόδια των περαστικών. Αυτή η λευτεριά...Σα να'ταν ιός αρχέγονος είχε προσβάλει το κάθετι αυτού του κόσμου. Ακόμα και εκείνες τις ασήμαντες γλάστρες, που πιθανών να άνθιζαν με δυσαρέσκεια μιας και καμία της δεν ξεχώριζε μέσα σ'εκείνο το χρωματικό ντελίριο που θέλησε η κυρία Βιολέτα να τις εντάξει.


Τρανό παράδειγμα του ιού και ο κύριος Λευτέρης. Ο ένοικος του τρίτου ορόφου, ακριβώς μια θέση πάνω από αυτόν και την οικογένεια του, ένας άντρας μοναχικός και αμίλητος. Είχε ακούσει τη φωνή του μόνο μια φορά και το θυμόταν καλά μιας και ήταν ακριβώς ένα χρόνο πριν την αναχώρηση του. Τον είχε πετύχει στην κεντρική είσοδο της πολυκατοικίας όταν φόρτωνε τα μπαγκάζια του στο αυτοκίνητο. Τον είχε πιάσει από το χέρι, τον είχε κοιτάξει μ'ένα βλέμμα που πρώτη φορά το αναγνώριζε σε άνθρωπο και του είχε πει ακριβώς αυτό "Τώρα δεν θα κουβαλάς στους ώμους σου την ιδέα της ύπαρξης μου. Δεν θα ακούς τα βήματα μου να πατούν πάνω στο κεφάλι σου. Εκμεταλλεύσου αυτή την ελευθερία". Να'τη πάλι η ελευθερία... Δεν είχε καταλάβει τα λόγια του. Βιάστηκε να γελάσει πίσω από την πλάτη του για τον ακαταλαβίστικο τρόπο της σκέψης του. Όμως ήταν σαφής. Όπως σαφές ήταν και το γεγονός πως ο κύριος Λευτέρης είχε προσβληθεί από τον ιό της ελευθερίας. Βαριά περίπτωση ανθρώπου η δική του. Καταδικασμένος εκ γενετής, με την επιβολή του ονόματος της λευτεριάς για όνομα του, είχε οδηγηθεί στην τρέλα. Την τρέλα αυτή που παθαίνει ένα λεύτερο μυαλό μέσα στην καταπιεσμένη και φυλακισμένη πραγματικότητα. 


Δεν είχε αλλάξει τίποτα στη γειτονιά. Ένας επιπλέον κάδος ανακύκλωσης είχε  προστεθεί και μερικές ακόμα πλάκες πεζοδρομίου είχαν σπάσει. Έτσι όπως συνεχίζει πορεία η ζωή, σε δυσκολοδιάβατους δρόμους και με μέσα να αυτο-ανακυκλώνεται. Όμως εκείνος έβλεπε τώρα αλλιώς, τις λεπτομέρειες τις έβλεπε διογκωμένες σαν μέσα από μικροσκόπιο. Λες και φεύγοντας από εδώ είχε ξεχάσει να πάρει το τηλεσκόπιο με το οποίο αγνάντευε τη ζωή και τώρα εκείνη είχε έρθει από μόνη της πιο κοντά στα μάτια του. 


Όταν το ταξί σταμάτησε ακριβώς έξω από το σπίτι, σαν να αντήχησε στα αυτιά του η φωνή της μάνας του "Με το δεξί, με το δεξί! Εσύ μας κάνεις ποδαρικό για το νέο χρόνο". Χαμογέλασε και παρά που βγήκε από την αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου, πάτησε πρώτα με το δεξί, κάνοντας τον οδηγό να κοιτάξει με απορία την περίεργη στάση που πήρε το σώμα του. Το καλωσόρισμα τους θα ήταν διπλό. Πρώτα για την επιστροφή του και ύστερα για τη νέα του ζωή που είχε ήδη ξεκινήσει πριν από ένα χρόνο . Και εκείνος δεν θα έμπαινε στο σπίτι με το δεξί για να τους πάει καλά μόνο η χρονιά αλλά και με την ευχή μιας καλής ζωής που πλέον θα την ζούσαν χωρίς αυτόν. 


Το ταξίδι...Αυτό του θύμιζε πάντα η θάλασσα. Και το ταξίδι αυτό ήταν χωρίς επιστροφή.

Word Chimes

 

Google+ Followers

Top Blogs

Facebook Page

Pinterest

Followers

Follow this blog with bloglovin

Follow Word Chimes